Το επιτύμβιο μνημείο ίσως να είναι εμπνευσμένο από το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού. Διακρίνεται για το μέγεθος και την καλλιτεχνική ποιότητα. Χρονολογείται γύρω στο 330-320 π.Χ. Απεικονίζεται μια σκηνή δεξίωσης (αποχαιρετισμού με χειραψία). Ο ένας άνδρας εικονίζεται ένθρονος, ενώ ο άλλος στέκεται όρθιος απέναντί του, πιάνοντας το χέρι του. Στον ταφικό ναΐσκο ακολουθείται ο ιωνικός ρυθμός, φέρει ιωνικά κιονόκρανα με πλοχμούς και έλικες. Εικονίζονται ο νεκρός νέος (Πολύξενος) και ο Νικήρατος μαζί με έναν δούλο που φέρει ιμάτιο. Στα αγάλματα του Πολυξένου και του δούλου είναι εμφανής η λυσίππεια επίδραση. Ο Νικήρατος και ο Πολύξενος ήταν μέτοικοι από την Ίστρο. Το υλικό που χρησιμοποιήθηκε είναι μάρμαρο Υμηττού.

Το μνημείο αυτό αποτελεί ένα από τα καλύτερα δείγματα της ύστερης κλασικής γλυπτικής. Οι μορφές έχουν λαξευτεί σε υψηλό ανάγλυφο, προσδίδοντας μια αίσθηση ζωντάνιας και βάθους. Η επιλογή ενός τόσο μεγάλου και ακριβού μνημείου καθιστά φανερή την οικονομική επιφάνεια και την κοινωνική θέση των δύο ανδρών στον Πειραιά της τότε εποχής.

Η ζωφόρος του βάθρου (η βαθμίδα) συμπληρώνει την κύρια σκηνή του αποχαιρετισμού με μια δυναμική παράσταση κυνηγιού. Ειδικότερα, απεικονίζεται σκηνή κυνηγιού λέοντος. Στη ζωφόρο ιππείς και πεζοί κυνηγοί, μαζί με τα σκυλιά τους, επιτίθενται σε ένα λιοντάρι. Το ανάγλυφο είναι πιο χαμηλό συγκριτικά με το υψηλό ανάγλυφο των κυρίων μορφών του ναΐσκου. Οι κινήσεις των αλόγων και των κυνηγών είναι γεμάτες ζωντάνια και ένταση. Σε συμβολικό επίπεδο, το κυνήγι αγρίων θηρίων (και ειδικά του λέοντος) στην αρχαία ελληνική τέχνη της ύστερης κλασικής περιόδου σχετιζόταν άμεσα με την ανδρεία (αρετή), την κοινωνική υπεροχή και το κύρος των νεκρών. Ήταν ένα αντικείμενο που παρέπεμπε στα ηρωικά πρότυπα και τις ενασχολήσεις της αριστοκρατίας.

Στη δεύτερη βαθμίδα της κρηπίδας είναι χαραγμένο το όνομα του νεκρού.

Στην τρίτη, κατά σειρά, βαθμίδα η ζωφόρος απεικονίζει τη μυθική μάχη ανάμεσα στους Έλληνες και τις Αμαζόνες. Οι μορφές είναι λαξευμένες σε χαμηλό ανάγλυφο και παρουσιάζουν έντονη κινητικότητα. Συγκεκριμένα, διακρίνονται έφιππες Αμαζόνες να συγκρούονται με πεζούς Έλληνες πολεμιστές. Οι Αμαζόνες φέρουν τον χαρακτηριστικό τους κοντό χιτώνα, ενώ οι κινήσεις των σωμάτων και των αλόγων αντανακλούν την ένταση και το πάθος της μάχης.

Η επιλογή της Αμαζονομαχίας για ένα ταφικό μνημείο δεν ήταν τυχαία συνδεόταν αφενός με τον ηρωισμό, καθώς το μυθολογικό αυτό θέμα εξύψωνε τους νεκρούς (στην προκείμενη περίπτωση τον Νικήρατο και τον Πολύξενο) στο επίπεδο των ηρώων της ελληνικής μυθολογίας. Αφετέρου, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με την τελική επικράτηση του πολιτισμού, δηλαδή η νίκη των Ελλήνων έναντι των Αμαζόνων συμβόλιζε τον θρίαμβο της τάξεως και του ελληνικού πολιτισμού απέναντι στη “βαρβαρική” φύση.

Το έργο χρονολογείται στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ. Απεικονίζεται η θεά Αθηνά, είναι η περίφημη Χάλκινη Αθηνά του Πειραιώς. Πρόκειται για ένα από τα σπανιότερα χάλκινα αγάλματα που μας έχουν διασωθεί από την αρχαιότητα. Η θεά παριστάνεται σε ήρεμη αλλά επιβλητική στάση. Φοράει δωρικό πέπλο και φέρει λοξή αιγίδα. Η αιγίδα αποτελούσε το προστατευτικό δέρμα της με την κεφαλή της Μέδουσας στο κέντρο. Λειτουργεί περισσότερο ως διακοσμητικό στοιχείο παρά ως βαρύς θώρακας. Όσον αφορά την ενδυμασία ο πέπλος σχηματίζει βαθιές, κατακόρυφες πτυχώσεις, δίνοντας στο άγαλμα μια σταθερότητα και έναν μνημειακό χαρακτήρα. Αν εξετάσει κΠισανείς το άγαλμα από την πίσω μεριά, θα παρατηρήσει ότι το πέπλο είναι ανασηκωμένο ώστε να καλύπτει τους ώμους.

Το κράνος είναι κορινθιακού τύπου και διακοσμείται από δύο γρύπες και μια γλαύκα (κουκουβάγια), σύμβολο της θεάς. Με το αριστερό χέρι θα στήριζε το δόρυ και την ασπίδα ενώ στο δεξί θα έφερε αγαλματίδιο της θεάς Νίκης. Το έργο αποδίδεται από κάποιους στον Κηφισόδοτο. Άλλοι προτείνουν τον Ευφράνορα ως γλύπτη.

Θεωρείται ότι το άγαλμα βρισκόταν σε μια αποθήκη του λιμανιού έτοιμο για να μεταφερθεί στη Ρώμη ως λάφυρο (ίσως από τον Σύλλα), αλλά εν τέλει είτε θάφτηκε για να προστατευτεί είτε χάθηκε κατά την καταστροφή της πόλεως από τον Σύλλα το 86 π.Χ.

Απεικονίζεται η Μητέρα των Θεών (γνωστή και ως Κυβέλη) καθισμένη σε πολυτελή θρόνο. Η Μητέρα των Θεών ήταν μια ανατολική θεότητα (από τη Φρυγία) που υιοθετήθηκε νωρίς από τους Έλληνες. Στον Πειραιά, η λατρεία της ήταν πολύ ισχυρή και διαδεδομένη, καθώς το λιμάνι αποτελούσε κομβικό σημείο εισόδου για πολλούς ξένους εμπόρους και ναυτικούς που έφερναν μαζί τους τις δικές τους θρησκευτικές παραδόσεις.

Το έργο χρονολογείται γύρω στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. Φοράει μακρύ χιτώνα και ιμάτιο που πέφτει στο σώμα της ενώ στα χέρια της θα κρατούσε το τύμπανο, που ήταν ιερό μουσικό όργανο της λατρείας της και τη φιάλη. Δίπλα της θα απεικονιζόταν ένας λέων, το ιερό της ζώο. Το εν λόγω αποτελεί αντίγραφο του Αγοράκριτου, μαθητή του Φειδία. Κοσμούσε το Μητρώο της αθηναϊκής Αγοράς.

Πολλά από τα γλυπτά της Μητέρας των Θεών στον Πειραιά προέρχονται από το Μητρώο, το ιερό που ήταν αφιερωμένο στη θεά και βρισκόταν κοντά στον λιμένα της Ζέας ή στη Μουνιχία. Κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. η λατρεία της θεάς Κυβέλης ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στον Πειραιά λόγω του κοσμοπολίτικου χαρακτήρα του λιμανιού.

Η επιτύμβια στήλη φέρει επιστύλιο και αέτωμα με ακρωτήρια. Απεικονίζονται μια γυναικεία και μια ανδρική φιγούρα. Πάνω από την κεφαλή της γυναίκας, στο επιστύλιο, είναι χαραγμένο το όνομά της: ΔΟΡΚΑΣ. Απεικονίζεται καθισμένη με στραμμένο προς τα πάνω το κεφάλι κοιτώντας τον άνδρα. Ομοίως αυτός σκύβει και την κοιτάζει. Πρόκειται για μια σκηνή αποχαιρετισμού ανάμεσα στις δύο φιγούρες, ίσως πρόκειται για συζύγους.

Χρονολογείται στον 4ο αιώνα π.Χ. και προέρχεται από ένα από τα νεκροταφεία του αρχαίου Πειραιά. Η παράσταση ακολουθεί τον τύπο των επιτύμβιων στηλών της Αττικής με οικογενειακές σκηνές. Η τρυφερότητα με την οποία απεικονίζονται οι μορφές εκφράζει τη στενή σχέση και τη συναισθηματική σύνδεσή τους. Παράλληλα, η σύγκλιση των κεφαλών τους προβάλλει την αγάπη αλλά και τη μελαγχολία που διακατέχουν τα δύο πρόσωπα. Η χρονολόγηση προκύπτει από την απόδοση της πτυχολογίας των μορφών αλλά και από το έξεργο ανάγλυφο.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η στήλη επιλέχθηκε να παρουσιαστεί επίσημα στο κοινό τον Μάρτιο του 2022, στο πλαίσιο του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας, ως σύμβολο της αγάπης και των ανθρώπινων σχέσεων στην αρχαιότητα.

Το συγκεκριμένο ανάγλυφο είναι ένα από τα αρχαιότερα και διατηρητέα δείγματα του κλασικού τύπου των Νεκροδείπνων. Ειδικότερα, απεικονίζεται ένας ανακεκλιμένος ήρωας να κρατά φιάλη. Άλλοι υποστηρίζουν ότι έχει στο χέρι του ένα στεφάνι. Στην απέναντι πλευρά εικονίζεται η σύζυγός του στην τελετουργική στάση της αποκαλύψεως. Το εν λόγω αναθηματικό ανάγλυφο χρονολογείται γύρω στο 420 π.Χ.
Είναι σαφής και εμφανής η επίδραση της τέχνης της ζωφόρου του Παρθενώνος σε τμήματα όπως η στάση των σωμάτων ή το πλάσιμό τους αλλά και στην πτυχολογία των ενδυμάτων. Τέτοιου είδους ανάγλυφα απεικόνιζαν συνήθως έναν ήρωα ή και τον ίδιο τον θεό Ασκληπιό. Συμβολίζουν την επικοινωνία του θείου με τον θνητό, ιδιαίτερα τη στιγμή της θεραπείας ή της απόδοσης τιμών.

Το συγκεκριμένο έργο απεικονίζει έναν θωρακοφόρο ανδριάντα. Ο όρος «θωρακοφόρος ανδριάς» αναφέρεται συνήθως σε γλυπτά της ρωμαϊκής περιόδου που απεικονίζουν αυτοκράτορες ή υψηλόβαθμους αξιωματούχους με στρατιωτική πανοπλία (θώρακα). Στη προκείμενη περίπτωση απεικονίζει τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Βαλβίνο, ο οποίος κυβέρνησε για σύντομο χρονικό διάστημα στο 238 μ.Χ.. Υπήρξε ένας από τους “συγκλητικούς αυτοκράτορες” κατά το πολυτάραχο έτος των έξι αυτοκρατόρων.

Ο αυτοκράτορας φέρει πλούσια διακοσμημένο θώρακα, ο οποίος αποτελούσε σύμβολο κύρους και στρατιωτικής αυθεντίας στον ρωμαϊκό κόσμο. Η κύρια διακόσμηση του θώρακα περιλαμβάνει ανάγλυφες Νίκες που πλαισιώνουν ένα τρόπαιο ή σύμβολο ισχύος. Η παρουσία της Νίκης συνιστά αναπόσπαστο στοιχείο των θωρακοφόρων ανδριάντων, συμβολίζοντας τον θρίαμβο του εκάστοτε αυτοκράτορα επί των εχθρών της Ρώμης. Στο κάτω μέρος του θώρακα διακρίνονται οι πτέρυγες, μικρές δερμάτινες ή μεταλλικές γλώσσες, οι οποίες είναι εξίσου διακοσμημένες με ανάγλυφες κεφαλές ζώων (όπως λιοντάρια ή κριάρια) και θεοτήτων, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο την εικόνα της στρατιωτικής αυθεντίας. Στο πάνω μέρος του θώρακα, κοντά στο στήθος, απεικονιζόταν η κεφαλή της Μέδουσας (Γοργόνειο), ένα αποτρόπαιο σύμβολο που είχε ως σκοπό να τρομοκρατεί τους αντιπάλους και να προστατεύει τον φέροντα τον θώρακα.

Δίπλα στο δεξί πόδι του αυτοκράτορα σώζεται ένας αετός, το ιερό πτηνό του Διός και έμβλημα της αυτοκρατορικής εξουσίας και των ρωμαϊκών λεγεώνων. Θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα δείγματα της εικονιστικής γλυπτικής του 3ου αιώνα μ.Χ., καθώς συνδυάζει την απόδοση των ατομικών χαρακτηριστικών του προσώπου με την μεγαλοπρέπεια του αξιώματός του. Παρά το μέγεθός του, ορισμένοι μελετητές σημειώνουν μια “τραχύτητα” στην εκτέλεση, χαρακτηριστική της μετάβασης της ρωμαϊκής τέχνης προς την ύστερη αρχαιότητα.

Ο ανδριάς αυτός θεωρείται σπάνιος διότι ο Βαλβίνος βασίλεψε για μόλις 99 ημέρες πριν δολοφονηθεί από την Πραιτωριανή Φρουρά. Η παρουσία ενός τόσο μεγάλου αγάλματος στον Πειραιά υποδεικνύει την ταχύτητα με την οποία η αυτοκρατορική προπαγάνδα έστελνε τα πρότυπα των νέων ηγεμόνων στις επαρχίες, αλλά και τη σημασία που είχε ο ίδιος ο Πειραιάς ως διοικητικό κέντρο εκείνη την εποχή.

Το ανωτέρω απεικονίζει έναν ανδριάντα υπερφυσικού μεγέθους από πεντελικό μάρμαρο. Αποδίδεται στον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό (117-138 μ.Χ.). Σώζονται μόνο η κεφαλή και ο θώρακας. Έχει ύψος 1,48 μέτρα, ενώ υπολογίζεται ότι το συνολικό ύψος του αγάλματος έφτανε έως τα 3,30 μέτρα.
Ο Αδριανός παριστάνεται όρθιος, με το κεφάλι ελαφρώς στραμμένο προς τα αριστερά. Το πρόσωπο έχει οβάλ σχήμα με πλατύ μέτωπο. Έχει υποστεί διάβρωση, αλλά η έκφρασή του αποπνέει σοβαρότητα, μια αίσθηση πραότητας. Φέρει χιτώνα, θώρακα, αλλά και πλούσια κόμμωση. Τα μαλλιά είναι χτενισμένα προς τα εμπρός και καταλήγουν σε οκτώ πλατείς σπειροειδείς βοστρύχους που στρέφονται προς τα αριστερά. Η κόμμωση και η γενειάδα του παραπέμπουν στα ελληνικά πρότυπα της κλασικής εποχής. Αυτό αντανακλά και τα φιλελληνικά του αισθήματα.

Ο αυτοκράτορας φοράει έναν κοντό χιτώνα, τη λεγόμενη tunica, ο οποίος μόλις διακρίνεται στο πίσω μέρος του αριστερού του βραχίονα. Πάνω από τον χιτώνα φέρει τον θώρακα και τη στρατιωτική χλαμύδα, το αποκαλούμενο paludamentum, η οποία είναι διπλωμένη στον αριστερό ώμο και καλύπτει ολόκληρη την πλάτη.

Στον θώρακα απεικονίζονται δύο Νίκες που τοποθετούν στεφάνια πάνω σε ένα Παλλάδιο δηλαδή ένα αρχαϊκό άγαλμα της θεάς Αθηνάς). Η παράσταση αυτή συμβολίζει την προστασία της Αθήνας, διαμέσου της θεάς Αθηνάς υπό τη ρωμαϊκή κυριαρχία, αναδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο τον Αδριανό ως προστάτη των γραμμάτων και του ελληνικού πολιτισμού.
Επιπλέον, στο κάτω μέρος του θώρακα κρέμονται δύο σειρές από δερμάτινες λωρίδες με κρόσσια προκειμένου να προστατευτούν οι ώμοι και οι γοφοί.

Όσον αφορά τα σύμβολα, στο κεφάλι φέρει στεφάνι από φύλλα δρυός, σύμβολο του Διός. Πιθανότατα να κάνει αναφορά στον τίτλο «Ολύμπιος» που του αποδόθηκε στην Αθήνα το 128 μ.Χ.

Το έργο ανάγεται στον 2ο αιώνα μ.Χ. (περίπου 130-140 μ.Χ.) και θεωρείται προϊόν αττικού εργαστηρίου.